Ένα ποτήρι γάλα κάθε μέρα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων. Αυτό διαπιστώνει νέα παγκόσμια μελέτη με δεδομένα υγείας δύο εκατομμυρίων Βρετανών και Αμερικανών.

Η ίδια μελέτη διαπιστώνει και το γεγονός ότι όσοι πίνουν γάλα έχουν χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης οποία μπορεί να φράξει τις αρτηρίες και να οδηγήσει σε καρδιακές προσβολές ή εγκεφαλικά επεισόδια.  Σύμφωνα με τους ερευνητές όσοι πίνουν γάλα κάθε μέρα μείωσαν τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου κατά 14%. Αυτό αποδεικνύει, σύμφωνα με τη μελέτη, ότι  τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορούν πραγματικά να είναι καλά για την ανθρώπινη υγεία.

Μελετώντας τα ανθρωπομετρικά στοιχεία και τους βιοδείκτες υγείας σχεδόν δύο εκατομμυρίων Βρετανών και Αμερικανών, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι όσοι έπιναν περισσότερο γάλα (ανεξαρτήτως λιπαρών) είχαν χαμηλότερα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα. Ωστόσο, διαπίστωσαν ότι οι όσοι έπιναν σε κανονική βάση γάλα είχαν, γενικά, υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) σε σύγκριση με όσους δεν έπιναν γάλα. Για να φτάσουν σε κάποια συμπεράσματα οι ερευνητές υιοθέτησαν μια γενετική προσέγγιση στην κατανάλωση γάλακτος. Εξέτασαν μια παραλλαγή του γονιδίου της λακτάσης (LCT γενότυπος) η οποία σχετίζεται με την πέψη των σακχάρων γάλακτος που είναι γνωστά ως λακτόζη. Διαπίστωσαν ότι εκείνοι που φέρουν την παραλλαγή είναι ένας καλός τρόπος για την ταυτοποίηση όσων καταναλώνουν περισσότερο γάλα. Έτσι, οι επιστήμονες ανακάλυψαν όσοι είχαν τη συγκεκριμένη μετάλλαξη που τους επέτρεπε να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες γάλακτος, ήταν λιγότερο επιρρεπείς σε καρδιαγγειακές παθήσεις.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και διατροφολόγος στο Πανεπιστήμιο του Reading στις ΗΠΑ, καθηγητής Vimal Karani, δήλωσε ότι  μεταξύ των συμμετεχόντων με τη γενετική παραλλαγή, η οποία συσχετίστηκε με την υψηλότερη πρόσληψη γάλακτος, βρέθηκε ότι είχαν αφενός μεν υψηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος και σωματικό λίπος, αλλά είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα  κακής χοληστερόλης. Βρέθηκε, επίσης, ότι εκείνοι με τη γενετική διαφοροποίηση είχαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. «Όλα αυτά δείχνουν ότι η μείωση της πρόσληψης γάλακτος μπορεί να μην είναι απαραίτητη για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων» επισήμανε ο Karani.

Αν και η παχυσαρκία, ο διαβήτης και άλλες καταστάσεις που επηρεάζουν το μεταβολισμό έχουν επίσης δεσμούς με την υπερβολική αύξηση των γαλακτοκομικών προϊόντων, οι ερευνητές ανέφεραν  ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η υψηλότερη πρόσληψη γάλακτος αύξησε τις πιθανότητες διαβήτη. Ακόμη, δεν μπόρεσαν να βρουν μια σχέση μεταξύ της τακτικής κατανάλωσης γάλακτος και των αυξημένων επιπέδων χοληστερόλης.

Τα τελευταία ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο International Journal of Obesity.