Στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχουν δύο κυρίαρχοι πόλοι γύρω από τους οποίους κινείται η φιλοσοφία της υγείας και της περίθαλψης. Ο ένας εκφράζει την ατομική αντιμετώπιση καταστάσεων ή νόσων και κατά κοινή ομολογία έχει προαχθεί ικανοποιητικά χάρη στην ραγδαία εξέλιξη της βιοτεχνολογίας. Ο άλλος εκφράζει την διευρυμένη έννοια Της υγείας ως συλλογική ευεξία και στηρίζεται κυρίως σε μεθόδους πρόληψης και παρέμβασης σε κοινωνικό επίπεδο.

Μέχρι σήμερα ο πρώτος πόλος χρησιμοποιήθηκε ικανοποιητικά, έτσι ώστε δημιουργήθηκε ένα πλέγμα υγειονομικών υπηρεσιών και εγκαταστάσεων αρκετά επαρκές, υπάρχει ένα μεγάλος αριθμός νοσοκομειακών κλινών, σύγχρονος εξοπλισμός που καλύπτει τις απαιτήσεις για έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση, αλλά και φαρμακευτική κατανάλωση που ενίοτε εγγίζει τα όρια της υπερβολής. Οι δαπάνες που απαιτεί για έκπτυξη και συντήρηση αυτός ο μηχανισμός γίνονται συνεχώς υψηλότερες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βελτιώνεται και το επίπεδο υγείας στο σύνολο του πληθυσμού. Πολλοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι οι ανισότητες στην υγεία έχουν μεγαλώσει, γεγονός που ίσως οφείλεται στην αδυναμία χρήσεως δαπανηρών μεθόδων θεραπείας από τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις. Επί πλέον τα κράτη σήμερα αδυνατούν κάθε μέρα και περισσότερο να αντεπεξέλθουν στην χρηματοδότηση αυτού του δαπανηρού συστήματος, πράγμα που οδηγεί στην περικοπή κονδυλίων και την μετατόπιση της οικονομικής ευθύνης στον κυρίως χρήστη των υπηρεσιών υγείας.

Ολα τα προαναφερθέντα οδήγησαν στην επανεκτίμηση της αξίας του άλλου πόλου. Εδώ και καιρό, πρωτοπόρες κοινωνικές ομάδες και φωτισμένες προσωπικές προέβησαν στην διατύπωση συγκεκριμένων στόχων για την βελτίωση του επιπέδου υγείας των λαών, τέτοιου που να εγγυάται την αρμονική συμβίωση με το περιβάλλον και την συνεχή κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, η Διακήρυξη της Αλμα Ατά το 1978 αρχικά και η υιοθέτηση της Χάρτας του ΠΟΥ «Υγεία για όλους στην Ευρώπη το 2000» από την ΕΕ δείχνουν πόσο σοβαρά έχει πάρει η παγκόσμια κοινότητα το ζήτημα. Κεντρικό πρόσωπο σ’ αυτήν την μάχη της προαγωγής της υγείας ως συλλογικό αγαθό, υπήρξε ο παιδίατρος.

Η παιδιατρική από την φύση της είναι η ειδικότητα που η’ ενασχόληση της με την ανάπτυξη υγιών ατόμων προκαθόρισε την προληπτική της ιδιότητα. Ας μη λησμονούμε ότι οι εμβολιασμοί, ως κατ’ εξοχήν προληπτική ενέργεια, είναι εκ των κυρίων τομέων της. Εξ άλλου η δυνατότητα που έχει ο παιδίατρος να παρακολουθεί την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιδιού καθοδήγησης και παρέμβασης σε όλη την οικογένεια.

Ο παιδίατρος επιδρά επίσης στην διαμόρφωση της δημόσιας συνείδησης για τις ανάγκες του παιδιού, και συντελεί στην τροποποίηση γνώσεων, στάσεων και του εν γένει; συστήματος αξιών για την ανατροφή του παιδιού.

Χαρακτηριστικά Παιδιάτρου    –   Συντονιστού    Προγράμματος   Αγωγής   και Προαγωγής της Υγείας

Ο κλινικός παιδίατρος, με ή χωρίς υποειδικότητα στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, συμμετέχει στους τομείς της πρόληψης με πρωτοβουλίες στην καθημερινή άσκηση του επαγγέλματος του. Αλλά και ο μη κλινικός παιδίατρος ως ερευνητής, εκπαιδευτής, σχολίατρος ή και μέλος διοικητικών οργάνων, παρά την λιγότερη αμεσότητα που έχει με το παιδί έχει ίσως μεγαλύτερη εμβέλεια στην πρόληψη και την οργάνωση συστηματικών προγραμμάτων προαγωγής της υγείας. Ο παιδίατρος-συντονιστής προγραμμάτων υγείας, είναι μια νέα υποειδικότητα που αναδεικνύεται σήμερα με την κοινωνική διάσταση της προληπτικής ιατρικής.

Ο παιδίατρος συντονιστής προγραμμάτων αγωγής και προαγωγής της υγείας παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη, εξέλιξη και επιτυχημένη ολοκλήρωση του προγράμματος. Η ποιότητα καθοδήγησης της ομάδας, η προσωπικότητα που προβάλλει, οι  γνώσεις  και   η  ειδικευμένη  εκπαίδευση  στο  συγκεκριμένο  θέμα,  οι  οργανωτικές ικανότητες του και η δυναμική της ομάδας, είναι κριτήρια για την επιτυχημένη διεξαγωγή ενός προγράμματος.

 

Γ’ Παιδιατρική Κλινική ΑΠΘ.