Ο απόλυτος κίνδυνος σοβαρών μετα-οξέων επιπλοκών μετά από λοίμωξη SARS-CoV-2, ο οποίος δεν απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι χαμηλός. Ωστόσο, υπάρχει αυξημένο ποσοστό επισκέψεων σε γενικούς ιατρούς και σε εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείων τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν συνέπειες του COVID-19 και επίμονα συμπτώματα.

Στα παραπάνω συμπεράσματα καταλήγει έρευνα Δανών επιστημόνων που δημοσιεύτηκε στην ιατρική επιθεώρηση The Lancet Infectious Diseases.

Όπως αναφέρεται σχετικά στην έρευνα, τα άτομα που εισήχθησαν στο νοσοκομείο για COVID-19 μπορεί να έχουν επίμονα συμπτώματα (το λεγόμενο μακρύ COVID) και καθυστερημένες επιπλοκές μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.  Παρόλο που ένα αυξανόμενο πλήθος στοιχείων δείχνει ότι άτομα που εισήχθησαν στο νοσοκομείο για COVID-19 μπορεί να έχουν επιπλοκές όπως μυοκαρδίτιδα, πνευμονική ίνωση, εγκεφαλίτιδα, θρομβοεμβολικά επεισόδια, ή συμπτώματα όπως δύσπνοια, βήχας και κόπωση, λίγα είναι γνωστά για το πόσο συχνά συμβαίνουν τέτοιες μετα οξείες επιπλοκές σε άτομα με ήπια ή ασυμπτωματική νόσο. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο για εκείνους που δεν εισάγονται στα νοσοκομεία.

Εξετάζοντας οι επιστήμονες τα συνταγογραφούμενα φάρμακα και τη χρήση της υγειονομικής περίθαλψης μετά από τη λοίμωξη που δεν απαιτούσε εισαγωγή στο νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που δεν έχουν νοσηλευτεί σε νοσοκομείο λόγω της Covid-19 αντιμετωπίζουν μικρό κίνδυνο να εμφανίσουν σοβαρά μακροπρόθεσμα προβλήματα, αν και μπορεί να εμφανιστεί αργότερα φλεβική θρομβοεμβολή. Πάντως, όπως τονίζεται τα θετικά σε SARS-CoV-2 άτομα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έναρξης θεραπείας με βρογχοδιασταλτικά και εμφανίζονται στο νοσοκομείο με δύσπνοια 2 εβδομάδες έως 6 μήνες μετά την πρωτογενή λοίμωξη.