Μια νέα μελέτη της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (CDC) διαπιστώνει ότι τα εμβόλια mRNA για την COVID-19 που έχουν εγκριθεί, (Pfizer-BioNTech και Moderna) μειώνουν τον κίνδυνο μόλυνσης κατά 91% για πλήρως εμβολιασμένα άτομα. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα κατέδειξε ότι ο πλήρης εμβολιασμός με τα εμβόλια mRNA (14 ή περισσότερες ημέρες από τη 2η δόση) μειώνει τον κίνδυνο λοίμωξης κατά 91%,  ενώ ο εμβολιασμός με 1 δόση (14 ή περισσότερες ημέρες από την 1η δόση)  μειώνει τον κίνδυνο κατά 81%. Τα ποσοστά αφορούν τόσο συμπτωματικές όσο και ασυμπτωματικές λοιμώξεις.

Τα παραπάνω αναφέρονται στην τελευταία ανακοίνωσή του CDC για τα αποτελέσματα της μελέτης HEROES-RECOVER, η οποία εξέτασε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στην COVID-19. Η μελέτη είχε ως στόχο να διαπιστώσει αν τα mRNA εμβόλια της COVID-19 μπορούν να προστατεύσουν από τη λοίμωξη, κάτι μου μέχρι σήμερα δεν είχε εξεταστεί από τις κλινικές δοκιμές οι οποίες είχαν επικεντρωθεί περισσότερο στην πρόληψη των συμπτωμάτων.

Όπως αναφέρεται, ο εμβολιασμός κάνει την ασθένεια ηπιότερη και μικρότερη χρονικά για τους λίγους εμβολιασμένους ανθρώπους που τυχόν θα νοσήσουν από την COVID-19. Για να προσδιοριστεί εάν η COVID-19 ήταν ηπιότερη, οι συμμετέχοντες στη μελέτη που μολύνθηκαν με SARS-CoV-2 συγκρίθηκαν με μη εμβολιασμένους, ασθενείς. Αρκετά ευρήματα έδειξαν ότι όσοι μολύνθηκαν μετά τον πλήρη ή μερικό εμβολιασμό τους είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν μια ηπιότερη και μικρότερη ασθένεια σε σύγκριση με εκείνους που δεν εμβολιάστηκαν. Για παράδειγμα, πλήρως ή μερικώς εμβολιασμένα άτομα που εμφάνισαν COVID-19 πέρασαν κατά μέσο όρο έξι λιγότερες συνολικές ημέρες άρρωστοι και δύο λιγότερες ημέρες άρρωστοι στο κρεβάτι. Είχαν επίσης περίπου 60% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων, όπως πυρετός ή ρίγη, σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν εμβολιαστεί. Ορισμένοι συμμετέχοντες στη μελέτη που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2 δεν εμφάνισαν συμπτώματα.

Άλλα ευρήματα της ίδιας μελέτης δείχνουν ότι τα άτομα που εμβολιάστηκαν πλήρως ή μερικώς που έπασχαν από COVID-19 ενδέχεται να είναι λιγότερο πιθανό να διαδώσουν τον ιό σε άλλους. Για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες στη μελέτη -πλήρως ή μερικώς εμβολιασμένοι- είχαν 40% λιγότερο ανιχνεύσιμο ιό στη μύτη τους (δηλ. xαμηλότερο ιικό φορτίο) και ο ιός ανιχνεύθηκε για έξι λιγότερες ημέρες (δηλαδή, ιική αποβολή) σε σύγκριση με εκείνους που δεν εμβολιάστηκαν. Επιπλέον, τα άτομα που είχαν εμβολιαστεί μερικώς ή πλήρως ήταν 66% λιγότερο πιθανό να βρεθούν θετικά για λοίμωξη SARS-CoV-2 για περισσότερο από μία εβδομάδα σε σύγκριση με εκείνα που δεν εμβολιάστηκαν.

Αν και αυτοί οι δείκτες δεν αποτελούν άμεσο μέτρο της ικανότητας ενός ατόμου να διαδώσει τον ιό, έχουν, όμως, συσχετιστεί με μειωμένη εξάπλωση άλλων ιών, όπως η ανεμοβλογιά και γρίπη.