Από τις συχνότερες αιτίες προσέλευσης των γυναικών σε ένα δερματολογικό ιατρείο είναι η τριχόπτωση, η οποία μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, από την εφηβεία έως και μετά την εμμηνόπαυση. Ιατρικά η αιτία της γυναικείας τριχόπτωσης μπορεί να προσδιοριστεί σε παράγοντες που σχετίζονται με ορμονικές αλλαγές, δερματικές παθήσεις, χρόνιες ασθένειες, εγκυμοσύνη, διατροφικές ελλείψεις και ανεπάρκεια βιταμινών, γενετική προδιάθεση, ή λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων. Η ηλικία, από την άλλη πλευρά -και ειδικότερα στην μετά την εμμηνόπαυση περίοδο- και οι ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα μιας γυναίκας  ενδέχεται να επηρεάσουν  το μήκος και τη διάμετρο των τριχοθυλακίων.

Έτσι, σε πρόσφατη έρευνα επιβεβαιώθηκε ότι η παρουσία υποδοχέων οιστρογόνων στους θύλακες των τριχών υποδηλώνει πως οι ορμονικές αλλαγές της εμμηνόπαυσης μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη των μαλλιών.

Σε  μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Menopause, οι ερευνητές αξιολόγησαν 178 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 50-65 ετών. Η τριχόπτωση προσδιορίστηκε με βάση φωτογραφίες και μετρήσεις των επιπέδων ορμονών, της πυκνότητας των μαλλιών και της διαμέτρου της τρίχας.  

Ο συνολικός επιπολασμός της γυναικείας τριχόπτωσης ήταν 52,2%. Η τριχόπτωση χωρίστηκε σε τρεις κατηγορίες που υποδείκνυε ήπια, μέτρια και σοβαρή τριχόπτωση (βαθμοί Ludwig I, II και III) με επιπολασμό 73,2%, 22,6% και 4,3% αντίστοιχα. Ο επιπολασμός της τριχόπτωσης αυξανόταν επίσης με την ηλικία και τον χρόνο από την εμμηνόπαυση. Με απλά λόγια, η ηλικία των 56 ετών και άνω και με περισσότερα από 6 χρόνια εμμηνόπαυσης συσχετίστηκε σημαντικά με τη γυναικεία τριχόπτωση, η οποία εντοπίστηκε στο 52% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με το 4% αυτών των περιπτώσεων να αφορά σε εκτεταμένη απώλεια τριχών (θηλυκή φαλάκρα).

Όσον αφορά την πρόσθετη έρευνα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι το πιο σημαντικό ζήτημα είναι να προσδιοριστούν οι παράγοντες που σχετίζονται με την τριχόπτωση κατά την προεμμηνοπαυσιακή και μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο. Τα ερευνητικά ερωτήματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν την επίδραση της βαφής ή του ισιώματος των μαλλιών στην πιθανότητα τριχόπτωσης και αν οι γυναίκες με πιο έντονες εξάψεις/νυχτερινές εφιδρώσεις και/ή αϋπνία έχουν μεγαλύτερη απώλεια μαλλιών από τις γυναίκες που δεν εμφανίζουν κανένα από τα συμπτώματα καθώς περνούν τη φάση της εμμηνόπαυσης.

Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί εάν ορισμένες δίαιτες ή τροφές είναι πιο κοινές σε γυναίκες που έχουν περισσότερη τριχόπτωση και εάν η απώλεια βάρους σε φυσιολογικό εύρος ή η αύξηση βάρους σε δείκτη μάζας σώματος μεγαλύτερο από 25 kg/m2 επηρεάζει την τριχόπτωση. Σημαντικός είναι ακόμη και ο αντίκτυπος του στρες καθώς και ποια φάρμακα θα μπορούσαν να σχετίζονται με την τριχόπτωση.


 

Το μήνυμα της μελέτης αυτής υποδεικνύει προς τους κλινικούς γιατρούς ότι οι συζητήσεις με προεμμηνοπαυσιακές και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ίσως θα πρέπει να περιλαμβάνουν και το θέμα της τριχόπτωσης μαζί με τις εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις. Αντίστοιχα, οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν τριχόπτωση ή ανησυχούν για την πιθανότητα τριχόπτωσης θα πρέπει να ρωτούν τους γιατρούς τους για πιθανές παρεμβάσεις που μπορεί να μετριάσουν ή να αποτρέψουν την περαιτέρω τριχόπτωση.

Πηγή: Medscape