Νέα έρευνα διαπιστώνει ότι αυτοί που ξυπνούν πολύ νωρίς το πρωί αποδίδουν καλύτερα στην εργασία τους και υποφέρουν λιγότερο από αναπηρίες, οι οποίες ενδεχομένως να  οδηγούν σε πρόωρη συνταξιοδότηση, σε σύγκριση με όσους συνηθίζουν να κοιμούνται πολύ αργά το βράδυ.

Συνολικά, οι άνθρωποι που κοιμούνται πολύ αργά το βράδυ, έχουν διπλάσιες πιθανότητες από τους «πρωινούς τύπους» μειωμένης απόδοσης στην εργασία τους, ενώ και οι άνθρωποι που καθυστερούν να σηκωθούν από το κρεβάτι, έχουν, επίσης, αυξημένο κίνδυνο πρόωρης συνταξιοδότησης λόγω ζητημάτων που σχετίζονται με την υγεία.

Ο χρονότυπος

Οι παράγοντες που κάποιος είναι πρωϊνός ή βραδινός τύπος,  επιστημονικά γνωστός ο όρος ως  «χρονότυπος», δηλαδή το ποια ώρα της ημέρας έχει κάποιος την τάση να κοιμάται και να ξυπνά, είναι σε μεγάλο βαθμό γενετικοί, ανέφεραν οι ερευνητές προσθέτοντας ότι και περιβαλλοντικοί παράγοντες – όπως η έκθεση στο φως της ημέρας, το πρόγραμμα εργασίας και η οικογενειακή ζωή – μπορούν επίσης να επηρεάσουν.

«Προτείνουμε να ληφθεί υπόψη ο χρονότυπος για την υποστήριξη της εργασίας (για την απόδοση), τόσο στην προαγωγή της υγείας σε ατομικό επίπεδο, όσο και στον προγραμματισμό σε επίπεδο οργάνωσης των προγραμμάτων εργασίας», δήλωσε η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Δρ. Tapio Räihä, από το «Center for Life Course Health Research» στο Πανεπιστήμιο του Oulu, στη Φινλανδία.

Νυχτερινός χρονότυπος και υγεία

Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες οι νυχτερινοί χρονότυποι σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά αρκετών νόσων και διαταραχών, μεταξύ των οποίων ο σακχαρώδης διαβήτης, αλλά και διάφορες ψυχολογικές, νευρολογικές, αναπνευστικές και γαστρεντερικές διαταραχές. Για το λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό όσοι είναι βραδινοί τύποι να υιοθετούν έναν υγιεινό τρόπο ζωής, να κοιμούνται αρκετά και να εργάζονται κατά τη διάρκεια ωρών που ταιριάζουν στον χρονότυπο τους. Για αυτό το συχνό και βασανιστικό πρόβλημα, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι με αυπνία συνήθως δεν κοιμούνται αρκετά νωρίς για να συμπληρώσουν τις προτεινόμενες επτά ή περισσότερες ώρες ύπνου κατά τις εργάσιμες ημέρες.

Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ «χρονότυπου» και χρονοδιαγράμματος εργασίας έχει συνδεθεί με προβλήματα υγείας στο παρελθόν. Η μακροχρόνια στέρηση ύπνου συνδέεται με την κακή συνολική υγεία και τις γνωστικές επιδόσεις παρεμποδίζοντας δυνητικά την παραγωγικότητα στην εργασία.

Ταυτότητα έρευνας:

 Για τη νέα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από μια μεγάλη βάση δεδομένων πληθυσμού της Φινλανδίας για να διερευνήσουν εάν ο χρονότυπος συνδέεται με την πρόωρη συνταξιοδότηση κι αν σχετίζεται με την υγεία.

Τα δεδομένα περιλάμβαναν πάνω από 12.000 παιδιά που γεννήθηκαν το 1966 στη βόρεια Φινλανδία. Στην ηλικία των 46 ετών, οι ίδιοι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν για την επαγγελματική ζωή και την υγεία τους, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων ύπνου και της εργασιακής απόδοσης. Τα δεδομένα τους συνδέθηκαν με εθνικά μητρώα κοινωνικής ασφάλισης και πληρωμών συντάξεων.

Από αυτήν την ομάδα, οι ερευνητές ανέλυσαν περίπου 2.700 άνδρες και περίπου 3.200 γυναίκες, που έως το 2012 όλες εργάζονταν, παρακολουθώντας για τέσσερα, ακόμη, χρόνια για να δουν ποιος σταμάτησε να εργάζεται και ποιος έλαβε σύνταξη αναπηρίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, 84 άτομα έλαβαν νέα σύνταξη αναπηρίας.

Συνολικά, 17 άτομα πέθαναν, συμπεριλαμβανομένων τριών από αυτούς που είχαν λάβει σύνταξη αναπηρίας. Περίπου το 46% των ανδρών και το 44% των γυναικών ήταν «πρωινοί τύποι», ένα άλλο 44% των ανδρών και των γυναικών ήταν ένας ενδιάμεσος χρονότυπος, και το 10% των ανδρών και το 12% των γυναικών ήταν «νυχτερινοί τύποι».

Σε σύγκριση με τα λεγόμενα πρωϊνά πουλιά, οι βραδινοί τύποι είχαν χειρότερες βαθμολογίες για όλες τις μεταβλητές που σχετίζονται με τον ύπνο και την υγεία, συμπεριλαμβανομένης της μικρής διάρκειας ύπνου και της αϋπνίας. Ήταν επίσης πιο πιθανό να είναι άγαμοι και εκτός του συστήματος απασχόλησης.

Καθώς αυτή ήταν μια μελέτη παρατήρησης, οι συγγραφείς επεσήμαναν ότι δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος.